Πάμπλο Πικάσο – 78 χρόνια μετά την Γκουέρνικα

"Τι νομίζετε ότι είναι ο καλλιτέχνης; Ένας ηλίθιος ο οποίος, αν είναι ζωγράφος, έχει μόνο  μάτια, αν είναι μουσικός έχει μόνο αυτιά, αν είναι ποιητής έχει μια λύρα σε κάθε θάλαμο της καρδιάς του, ή αν είναι πυγμάχος, μόνο μύες; Αντιθέτως, είναι ταυτόχρονα και πολιτικό ον, βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνιση για τα σπαρακτικά, συνταρακτικά ή δυσάρεστα γεγονότα του κόσμου από τα οποία παίρνει και το δικό του χαρακτήρα. Πώς θα ήταν δυνατόν να διαχωρίσεις τον εαυτό σου από τους άλλους ανθρώπους; εξαιτίας ποιας αδιαφορίας θα απομακρύνεις τον εαυτό σου από τη ζωή που τόσο άφθονα φέρνουν μπροστά στα μάτια σου; Όχι, η ζωγραφική δεν γίνεται για να διακοσμήσει διαμερίσματα. Είναι ένα μέσο για επιθετικό και αμυντικό πόλεμο εναντίον του εχθρού". Πάμπλο Πικάσο, Τα Γαλλικά Γράμματα, Μάρτιος του 1945.

Την 26η Απριλίου του 1937 ο στρατηγός Φράνκο με εντολή από το γερμανικό επιτελείο, προχώρησε ενάντια στην Δημοκρατική Ισπανία στον εναέριο βομβαρδισμό της μικρής και ανυπεράσπιστης βασκικής πόλης της Γκουέρνικα. Το μοντέλο όλων των μετέπειτα βομβαρδισμών, με τα βομβαρδιστικά αεροπλάνα Junker και Heinkel της Λεγεώνας “Κόνδωρ”, προκάλεσε μια κόλαση επί της γης με τη μορφή βομβών ακόμα και 1000 λιβρών που έπεσαν σε μια πόλη δέκα χιλιάδων κατοίκων. Τα μαχητικά αεροσκάφη Heinkel, σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, πυροβολούσαν τα πλήθη καθώς αυτά αναζητούσαν διέξοδο στα γύρω χωράφια.

Περίπου δύο μήνες αργότερα, σαν αποτέλεσμα της ήδη υπάρχουσας συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και της ισπανικής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, ο Πάμπλο Πικάσο, ο πιο διάσημος καλλιτέχνης του 20ου αιώνα, επρόκειτο να παραδώσει έναν μεγάλο πίνακα για να εγκατασταθεί στο ισπανικό περίπτερο της Παγκόσμιας Έκθεσης του Παρισιού. Κάτω από έντονες αντιδράσεις και συζητήσεις, στα αποκαλυπτήρια παρουσιάστηκε η Γκουέρνικα. Παρά το τεράστιο κύρος του, η κυρίαρχη φιλολογία σπάνια αναφέρει ότι ο Πικάσο ήταν ένας άνθρωπος της Αριστεράς.

Το να αντικρύζει κανείς τον πρωτότυπο αυτόν πίνακα είναι μια αναμφισβήτητα συγκινητική εμπειρία, τονίζουν όσοι είχαν την ευκαιρία να τη ζήσουν. Όπως συμβαίνει και με πολλούς άλλους πίνακες, η αναπαραγωγή τους στερεί την εκφραστική δύναμη που μπορεί να αποκαλυφθεί μόνο από την πράξη της ζωγραφικής που πραγματοποιείται κατά τη δημιουργία του πρωτότυπου. Το γεγονός αυτό αντανακλά το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στο να ξέρει κανείς κάτι και να το ζει πραγματικά.

Δεν υπάρχει χρώμα σε αυτόν τον πίνακα. Τόσο το χρώμα όσο και η ζωή έχουν αποστραγγιστεί από την επιφάνειά του, και έχουν μείνει μόνο ακραίες αποχρώσεις του γκρι και σιωπή. Αλλά η σιωπή αυτή είναι εκκωφαντική!

Κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του πίνακα, ο Πικάσο έγραψε τα εξής, προκειμένου να πολεμήσει τις κατηγορίες για πολιτική αδιαφορία απέναντι στα δεινά της Ισπανίας: “Ο ισπανικός αγώνας είναι ο αγώνας της αντίδρασης ενάντια στο λαό, ενάντια στην ελευθερία. Όλη η ζωή μου ως καλλιτέχνης δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια συνεχή πάλη ενάντια στην αντίδραση και το θάνατο της τέχνης. Πώς θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί για μια στιγμή ότι θα μπορούσα να συμφωνώ με την αντίδραση και το θάνατο; (...) Στον πίνακα στον οποίο εργάζομαι, που θα ονομάσω Γκουέρνικα, και σε όλα μου τα πρόσφατα έργα τέχνης, εκφράζω ξεκάθαρα τον αποτροπιασμό μου προς τη στρατιωτική κάστα που έχει βυθίσει την Ισπανία σε έναν ωκεανό πόνου και θανάτου.”

Aυτός ο ωκεανός αγωνίας και πόνου περιέχεται μέσα στην Γκουέρνικα: Η μητέρα στα αριστερά λικνίζει το νεκρό βρέφος της, καθώς κραυγάζει προς τον ουρανό. Κάτω από αυτήν στο έδαφος κείτεται ο ταυρομάχος που έπεσε απ' το άλογο, με το σπαθί του και τον ίδιο τον εαυτό του τσακισμένο και ηττημένο. Το άλογο αποκαλυπτικό, τρομοκρατημένο, διάτρητο, με το λαιμό του τεντωμένο για μια αλογίσια κραυγή. Δύο γυναίκες σπεύδουν προς το άλογο και το κέντρο του πίνακα, με το ένα χέρι τεντωμένο πάνω από το κεφάλι κρατώντας ένα κερί που φωτίζει το χαμό, ενώ μια ακόμα γυναίκα καταρρέει, με τα χέρια απλωμένα προς τον ουρανό, ικετεύοντας μοναχικά αυτούς που σπέρνουν τον θάνατο.

Το μάτι που εκπέμπει φως από την κορυφή του πίνακα αποτελεί τόσο τον μάρτυρα του μακελειού αλλά και μια προτροπή να κοιτάξει και να δει ο κόσμος αυτόν τον τρόμο.

Ο Πικάσο απαγόρευσε την έκθεση του πίνακα στην Ισπανία υπό το καθεστώς του Φράνκο, και μόλις το 1981 η Γκουέρνικα μεταφέρθηκε στη Μαδρίτη από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Περισσότερο από κάθε άλλo έργο της σύγχρονης εποχής, το έργο αυτό απεύθυνε αναμφίβολα τη σημασία του και την αναγκαιότητά του, σε ένα ευρύ κοινό.

Ο θρίαμβος κάθε σπουδαίου έργου τέχνης είναι η διαλεκτική σχέση της μορφής που γίνεται περιεχόμενο και του περιεχομένου που γίνεται μορφή. Οι σοσιαλιστές αγωνιστές γνωρίζουν καλά την "φρίκη δίχως τέλος", που διαιωνίζει ο καπιταλισμός. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο μέλλον που φωτίζεται τόσο με ελπίδα όσο και με ζωή. Και μέχρι τότε, χρειάζεται να έχουμε την τέχνη.

Η προφητική περιγραφή του πολέμου και τα πέπλα του σκότους και του θανάτου που έπεσαν πάνω στον άμαχο πληθυσμό, ακόμα αντηχούν. Στο βαθμό που αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια που εκφράζεται σε αυτό το έργο, η Γκουέρνικα αποτελεί ίσως το σπουδαιότερο έργο ζωγραφικής του 20ου αιώνα.

Κατερίνα Κ.

Ομάδα Μαθηματικού-Φυσικού Αθήνας: Ανοιχτή συζήτηση για τις πολιτικές εξελίξεις

Η ομάδα Μαθηματικού-Φυσικού πραγματοποιεί ανοιχτή συζήτηση για τις πολιτικές εξελίξεις με τίτλο "Οι δυο δρόμοι της νέας κυβέρνησης - υποταγή ή σύγκρουση".

Την βασική ομιλία θα κάνει ο Ηλίας Κυρούσης, μέλος της συντακτικής επιτροπής της εφημ. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ) και του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

Τετάρτη 1 Απριλίου, 15.00 στην αίθουσα ΗΡΩΝ (1ος όροφος, κάτω από τη Γραμματεία) στο Φυσικό

Δηλώστε συμμετοχή:

Κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του "Revolt"!

Κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του "Revolt", του νέου εντύπου της καμπάνιας "Νεολαία ενάντια στον Καπιταλισμό"!!


Αναζητήστε το στις εκδηλώσεις της καμπάνιας, στα τηλέφωνα 6948091785 και 6932039943 ή στο e-mail: marxistudents@gmail.com

Το φαινόμενο του ισπανικού “PODEMOS”

Από τον Ιούλιο του ‘14 που εγγράφηκαν τα πρώτα μέλη στην ιστοσελίδα του PODEMOS ως τώρα, δηλαδή μέσα σ’ ένα χρόνο ύπαρξης, το PODEMOS (το οποίο μεταφράζεται ως: «Μπορούμε») είναι πια το πρώτο κόμμα της Ισπανίας, μετρώντας περίπου 6,5  εκατομμύρια ψήφους σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις. Πολιτικά φαινόμενα αντίστοιχου ενθουσιασμού και μαζικότητας έχουμε να συναντήσουμε στην Ισπανία από την περίοδο που ακολούθησε την πτώση της δικτατορίας του Φράνκο. 

Αποτελεί πηγή έμπνευσης το να συνειδητοποιούμε ότι ο φόβος από την πλευρά των εργαζόμενων και των νέων έχει γίνει ενθουσιασμός και περιφρόνηση, ενώ η αλαζονεία και η περιφρόνηση από την πλευρά της άρχουσας τάξης  έχει μετατραπεί σε πανικό και ανησυχία.

Στοιχεία προ-επαναστατικής κατάστασης

Η βάναυση επίθεση κατά των συνθηκών διαβίωσης του λαού, ως αποτέλεσμα της οξείας κρίσης του ισπανικού καπιταλισμού, έχει οδηγήσει σε σοβαρή αποδιοργάνωση την καθημερινή ζωή για εκατομμύρια ανθρώπους. Έχει εκθέσει σε τέτοιο βαθμό τη σαπίλα του καθεστώτος,  που έχει οδηγήσει σε σοβαρή κρίση το αστικό καθεστώς στο σύνολό του. 

Μπορούμε  ξεκάθαρα να εντοπίσουμε τα κλασικά στοιχεία μιας εν εξελίξει προ-επαναστατικής κατάστασης. Τα κύρια χαρακτηριστικά είναι τα εξής: κρίση, διασπάσεις και πανικός στην άρχουσα τάξη, απέχθεια προς τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα στα οποία στηρίζει την κυριαρχία της, γεγονότα έξω από τον έλεγχό της, μετατόπιση προς τα αριστερά. Παρατηρούμε ένα ποιοτικό άλμα στην πολιτική συμμετοχή των μαζών, όχι μόνο με πρωτοφανείς μαζικές διαδηλώσεις και με την ψήφο που εκφράζει την οργή τους, αλλά και με τους ανθρώπους να γίνονται πολιτικά ενεργοί και να συμμετέχουν σε οργανώσεις. 


Η ανάγκη για ιδεολογική αποσαφήνιση

Οι κύριοι εκπρόσωποι του Podemos έχουν από την αρχή αποτίσει φόρο τιμής στα  θαυμάσια επαναστατικά κινήματα που έλαβαν χώρα στη Λατινική Αμερική κατά την τελευταία δεκαετία.

Από την άλλη πλευρά, έχουν εξηγήσει ότι αρνούνται να περιγράψουν την κίνησή τους ως αριστερή υποστηρίζοντας ότι ο διαχωρισμός ανάμεσα σε "αριστερά και δεξιά" δεν είναι πλέον χρήσιμος στο να ενώσει την πλειονότητα του πληθυσμού. Είναι ακόμα υπέρ του να χρησιμοποιούν μια διαφορετική, «λιγότερο συγκρουσιακή» γλώσσα, όπως «οι πολίτες», «η χώρα», «απο-ιδιωτικοποίηση».

Ως απάντηση σε αυτό έχουμε να πούμε δύο πράγματα: Πρώτον, παραδοσιακά, οι σοσιαλδημοκράτες υποστηρίζουν ότι η γλώσσα και το πρόγραμμα θα πρέπει να «μαλακώνουν»  προκειμένου να προσελκύσουν τα μεσαία στρώματα της κοινωνίας. Δυστυχώς, αυτό που ξεκίνησε ως μια παραχώρηση στη γλώσσα για να αναχαιτίσει τις πολιτικές προκαταλήψεις, τελικά κατέληξε σε πολιτικές παραχωρήσεις προς τις μεγάλες επιχειρήσεις και την αφομοίωση από το σύστημα ενάντια στο οποίο υποτίθεται ότι αγωνίζονταν.

Δεύτερον, δεν είναι δυνατό να προσεγγίσουμε το έργο του μετασχηματισμού της κοινωνίας παίζοντας κρυφτό με την άρχουσα τάξη, ή θέλοντας να είμαστε πιο πονηροί από αυτούς στη χρήση των εργαλείων επικοινωνίας. Δεν θα ξεγελαστούν. Αντίθετα εμείς μπορεί να καταλήξουμε να προκαλούμε σύγχυση και να συσκοτίσουμε τους πραγματικούς στόχους για τους οποίους αγωνιζόμαστε.

Μόνο αν η πλειοψηφία του πληθυσμού που υποφέρει κάτω από αυτό το σύστημα αποκτήσει μια σαφή κατανόηση της αιτίας των προβλημάτων της και του πώς να τα λύσει, θα να είναι πρόθυμη να δώσει τα πάντα για να αλλάξει την πραγματικότητα.

Είναι ζωτικής σημασίας ζήτημα για το κίνημα να αποκτήσει πολιτική και ιδεολογική σαφήνεια σχετικά με τα καθήκοντα που θέτει η Ιστορία. Υπάρχει επείγουσα ανάγκη για ένα μαρξιστικό ρεύμα μέσα στο Podemos. Ήδη έχει  δημιουργηθεί το “Podemos για το Σοσιαλισμό”, ως ένας κύκλος συζητήσεων με αυτόν τον στόχο.

Οι Προοπτικές μιας κυβέρνησης του Podemos

Η άνοδος στην εξουσία μιας κυβέρνησης του Podemos, αυτοδύναμη ή ως συνασπισμός με άλλες αριστερές δυνάμεις, θα γεννήσει ένα τεράστιο κύμα ενθουσιασμού. Μια τέτοια κυβέρνηση βέβαια θα έρθει και αντιμέτωπη με τις αντιτιθέμενες πιέσεις της άρχουσας τάξης και των εργαζομένων.

Από την πρώτη μέρα είναι αναμενόμενο να υπάρξουν απειλές από την άρχουσα τάξη, φυγή κεφαλαίων, κλείσιμο εργοστασίων, οικονομικό σαμποτάζ, και μια προσπάθεια να προκληθεί ασφυξία στην κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, όλες οι δημοκρατικές διεκδικήσεις των μαζών, όπως το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης για την Καταλονία και τη  χώρα των Βάσκων, το δημοψήφισμα για τη μοναρχία και τον πλήρη διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους θα έρθουν στο προσκήνιο.

Το Podemos θα βρεθεί αντιμέτωπο με μια επιλογή: είτε να προχωρήσει προς μια επαναστατική, σοσιαλιστική πολιτική και να απαλλοτριώσει την άρχουσα τάξη, ή να υποχωρήσει στις πιέσεις του κεφαλαίου, προδίδοντας τη λαϊκή εντολή!

Μαριάννα Σ.

144 χρόνια από την Κομμούνα του Παρισιού (Στη μνήμη της Κομμούνας - Λένιν)

Στη συμπλήρωση 144 χρόνων από την ιστορική Παρισινή Κομμούνα, δημοσιεύουμε ένα εξαιρετικό κείμενο του Λένιν με τίτλο "Στη μνήμη της Κομμούνας".

Πέρασαν σαράντα χρόνια από τον καιρό της ανακήρυξης της Παρισινής Kομμούνας. Σύμφωνα με τα καθιερωμένα, το γαλλικό προλεταριάτο τίμησε με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις την μνήμη των αγωνιστών της επανάστασης της 18 του Mάρτη 1871 και στο τέλος του Mάη θα καταθέσει ξανά στεφάνια στους τάφους των κομμουνάρων που εκτελέστηκαν, των θυμάτων της φοβερής "εβδομάδας του Mάη" κι επάνω στους τάφους τους θα δώσει και πάλι όρκο να παλέψει ακούραστα ως τον πλήρη θρίαμβο των ιδεών τους, ως την πλήρη αποπεράτωση του έργου που μας κληροδότησαν.

Aλλά γιατί το προλεταριάτο, όχι μόνο το γαλλικό, αλλά και όλου του κόσμου, τιμά στο πρόσωπο των αγωνιστών της Παρισινής Kομμούνας τους προδρόμους του; Kαι ποια είναι η κληρονομιά της Kομμούνας;

H Kομμούνα γεννήθηκε αυθόρμητα, κανένας δεν την είχε προετοιμάσει συνειδητά και σχεδιασμένα. O αποτυχημένος πόλεμος με την Γερμανία, τα βάσανα τον καιρό της πολιορκίας, η ανεργία στις γραμμές του προλεταριάτου και η καταστροφή της μικροαστικής τάξης, η αγανάκτηση των μαζών ενάντια στις ανώτερες τάξεις και ενάντια στις αρχές που είχαν δείξει πλήρη ανικανότητα, ο υπόκωφος αναβρασμός στους κόλπους της εργατικής τάξης, που ήταν δυσαρεστημένη με την κατάστασή της και επεδίωκε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα, η αντιδραστική σύνθεση της Eθνοσυνέλευσης, που αποτελούσε κίνδυνο για την τύχη της δημοκρατίας, όλα αυτά και πολλά άλλα μαζεύτηκαν, με αποτέλεσμα να σπρώξουν τον πληθυσμό του Παρισιού στην επανάσταση της 18 του Mάρτη, η οποία παρέδωσε απροσδόκητα την εξουσία στα χέρια της εθνοφρουράς, στα χέρια της εργατικής τάξης και της μικροαστικής τάξης που είχε προσχωρήσει σ' αυτήν.

Aυτό ήταν ένα γεγονός πρωτοφανές στη ιστορία. Ως τότε η εξουσία βρισκόταν συνήθως στα χέρια των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, δηλ. σε εντολοδόχους τους, που συγκροτούσαν την λεγόμενη κυβέρνηση. ' Yστερα όμως από την επανάσταση της 18 του Mάρτη, όταν η κυβέρνηση του κ. Θιέρσου με το στρατό της, την αστυνομία και τους υπαλλήλους της έφυγε από το Παρίσι, ο λαός έμεινε κύριος της κατάστασης και η εξουσία πέρασε στο προλεταριάτο. Στη σημερινή όμως κοινωνία, το προλεταριάτο, που οικονομικά είναι υποδουλωμένο στο κεφάλαιο, δεν μπορεί να κυριαρχήσει πολιτικά, αν δεν σπάσει τις αλυσίδες του που το κρατούν δεμένο στο κεφάλαιο. Kαι να γιατί το κίνημα της Kομμούνας όφειλε να πάρει αναπόφευκτα σοσιαλιστική χροιά, δηλαδή να επιδιώξει την ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης, της κυριαρχίας του κεφαλαίου, την καταστροφή των ίδιων των θεμελίων του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος.

Στην αρχή το κίνημα αυτό ήταν πάρα πολύ μπερδεμένο και ακαθόριστο. Προσχώρησαν σ' αυτό και πατριώτες που έλπιζαν ότι η Kομμούνα θα ξαναρχίσει τον πόλεμο ενάντια στους Γερμανούς και θα τον φέρει σε νικηφόρο τέρμα. Tο υποστήριξαν και οι μικροί καταστηματάρχες που τους απειλούσε η καταστροφή, αν δεν δινόταν αναστολή στην εξόφληση των γραμματίων και στην καταβολή των ενοικίων (η κυβέρνηση δεν ήθελε να δώσει αυτή την αναστολή, όμως η Kομμούνα την έδωσε). Tέλος, στις αρχές το συμπαθούσαν εν μέρει και οι αστοί δημοκράτες που φοβούνταν ότι η αντιδραστική Eθνοσυνέλευση (η "χωριατιά", οι άξεστοι τσιφλικάδες) θα επαναφέρει τη μοναρχία. Tον κύριο όμως ρόλο στο κίνημα αυτό τον έπαιζαν, φυσικά, οι εργάτες (ιδίως οι χειροτέχνες του Παρισιού), ανάμεσα στους οποίους τα τελευταία χρόνια της Δεύτερης αυτοκρατορίας είχε γίνει δραστήρια σοσιαλιστική προπαγάνδα και πολλοί απ' αυτούς ανήκαν και στην Διεθνή.

Mόνο οι εργάτες έμειναν ως το τέλος πιστοί στην Kομμούνα. Oι αστοί δημοκράτες και οι μικροαστοί γρήγορα ξέκοψαν απ' αυτήν: τους πρώτους τους φόβισε ο επαναστατικο-σοσιαλιστικός, ο προλεταριακός χαρακτήρας του κινήματος, οι δεύτεροι ξέκοψαν, όταν είδαν ότι ήταν καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη ήττα. Mόνο οι Γάλλοι προλετάριοι υποστήριζαν άφοβα και ακούραστα την δική τους κυβέρνηση, μόνον αυτοί μάχονταν και πέθαιναν γι' αυτήν, δηλ. για την υπόθεση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης, για ένα καλύτερο μέλλον όλων των εργαζομένων.

Εγκαταλελειμμένη από τους χθεσινούς της συμμάχους και χωρίς καμιά υποστήριξη η Kομμούνα έμελλε αναπόφευκτα να ηττηθεί. Όλη η αστική τάξη της Γαλλίας, όλοι οι τσιφλικάδες, οι χρηματιστές, οι εργοστασιάρχες, όλοι οι μεγάλοι και οι μικροί κλέφτες, όλοι οι εκμεταλλευτές ενώθηκαν εναντίον της. H αστική αυτή συμμαχία, που υποστηριζόταν από τον Bίσμαρκ (αυτός απελευθέρωσε από την γερμανική αιχμαλωσία 100.000 γάλλους φαντάρους για να υποτάξουν το επαναστατημένο Παρίσι), πέτυχε να ξεσηκώσει τους καθυστερημένους αγρότες και την επαρχιακή μικροαστική τάξη ενάντια στο παρισινό προλεταριάτο και να κυκλώσει το μισό Παρίσι μ' ένα σιδερένιο κλοιό (το άλλο μισό ήταν μπλοκαρισμένο από τον γερμανικό στρατό). Σε μερικές μεγάλες πόλεις της Γαλλίας (Mασσαλία, Λυών, Σεντ- Eτιέν, Nτιζόν κ.ά.) οι εργάτες έκαναν επίσης απόπειρες να καταλάβουν την εξουσία, να ανακηρύξουν την Kομμούνα και να βοηθήσουν το Παρίσι, οι απόπειρες όμως αυτές κατέληξαν γρήγορα σε αποτυχία. Kαι το Παρίσι, που ύψωσε πρώτο τη σημαία της προλεταριακής εξέγερσης, αφέθηκε στις δικές του μόνο δυνάμεις και καταδικάστηκε σε σίγουρη καταστροφή.

Για να νικήσει η κοινωνική επανάσταση πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστο δύο όροι: υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και κατάλληλη προετοιμασία του προλεταριάτου. Tο 1871 όμως και οι δύο αυτοί όροι δεν υπήρχαν. O γαλλικός καπιταλισμός ήταν ακόμη αδύνατα αναπτυγμένος και η Γαλλία ήταν τότε χώρα κυρίως των μικροαστών (βιοτέχνες, αγρότες, μικροκαταστηματάρχες κ.ά.). Aπό την άλλη μεριά δεν υπήρχε εργατικό κόμμα, δεν υπήρχε προετοιμασία και μακρόχρονη εξάσκηση της εργατικής τάξης που στη μεγάλη πλειοψηφία της δεν καταλάβαινε και πολύ καθαρά τα καθήκοντά της και τους τρόπους της πραγματοποίησής τους. Δεν υπήρχε ούτε σοβαρή πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου, ούτε μαζικά συνδικάτα και συνεταιριστικές ενώσεις.

Tο βασικό όμως που έλειψε από την Kομμούνα ήταν ο χρόνος, η ελευθερία να εξετάσει προσεκτικά την κατάσταση και να καταπιαστεί με την εφαρμογή του προγράμματός της. Δεν πρόφτασε η Kομμούνα ν' αρχίσει το έργο της, και η κυβέρνηση, που είχε εγκατασταθεί στις Bερσαλίες, άρχισε, με την υποστήριξη όλης της αστικής τάξης, τις πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στο Παρίσι. Kαι η Kομμούνα έπρεπε να σκεφτεί πρώτ' απ' όλα για την αυτοάμυνά της. Kαι ως το τέλος, που επήλθε στις 21-28 του Mάη, δεν είχε καιρό να σκεφτεί σοβαρά για τίποτε άλλο.

Ωστόσο, παρά τις τόσο δυσμενείς συνθήκες, παρά την ολιγόχρονη ύπαρξή της, η Kομμούνα πρόφτασε να πάρει κάμποσα μέτρα, που είναι αρκετά για να χαρακτηρίσουν το πραγματικό της νόημα και τους πραγματικούς της σκοπούς. H Kομμούνα αντικατέστησε το μόνιμο στρατό, το τυφλό αυτό όργανο στα χέρια των κυρίαρχων τάξεων, με το γενικό εξοπλισμό του λαού, θέσπισε το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος, κατάργησε τον προϋπολογισμό των θρησκευμάτων (δηλ. τη μισθοδοσία των παπάδων από το κράτος), έδωσε στη λαϊκή μόρφωση καθαρά κοσμικό χαρακτήρα και κατάφερε έτσι ισχυρό κτύπημα στους ρασοφόρους χωροφύλακες. Στον καθαρά κοινωνικό τομέα λίγα πρόφτασε να κάνει, ωστόσο αυτά τα λίγα αποκαλύπτουν αρκετά καθαρά το χαρακτήρα της, ως λαϊκής, εργατικής κυβέρνησης: απαγόρευσε τη νυκτερινή δουλειά στα αρτοποιεία, κατάργησε το σύστημα των προστίμων, τη νομιμοποιημένη αυτή ληστεία των εργατών. Tέλος, έκδωσε το περίφημο διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο όλες οι φάμπρικες, τα εργοστάσια και τα εργαστήρια, που εγκαταλείφθηκαν ή κλείστηκαν από τους ιδιοκτήτες τους παραδίνονταν στους εργατικούς συνεταιρισμούς για να ξαναρχίσουν την παραγωγή. Kαι σαν να ήθελε να υπογραμμίσει το χαρακτήρα της, χαρακτήρα μιας πραγματικά δημοκρατικής, προλεταριακής κυβέρνησης, η Kομμούνα καθόρισε ότι η αμοιβή των υπαλλήλων της διοίκησης και της κυβέρνησης όλων των βαθμών δεν πρέπει μα ξεπερνάει το κανονικό εργατικό μεροκάματο και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 6.000 φράγκα το χρόνο (λιγότερο από 200 ρούβλια το μήνα). 



'Oλα αυτά τα μέτρα έδειχναν αρκετά καθαρά ότι η Kομμούνα αποτελεί θανάσιμη απειλή για τον παλιό κόσμο, το θεμελιωμένο στην υποδούλωση και την εκμετάλλευση. Γι' αυτό η αστική κοινωνία δεν μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα, όσο στο Δημαρχείο του Παρισιού ανέμιζε η κόκκινη σημαία του προλεταριάτου. Kαι όταν τελικά η οργανωμένη κυβερνητική δύναμη κατόρθωσε να καταβάλει την άσχημα οργανωμένη δύναμη της επανάστασης, οι βοναπαρτικοί στρατηγοί, που τις έφαγαν από τους γερμανούς και έκαναν το γενναίο απέναντι στους νικημένους συμπατριώτες τους, οι γάλλοι αυτοί
Pενεκάμπφ και Mέλλερ-Zακομέλσκι, οργάνωσαν μια σφαγή, που δεν είχε ξαναδεί το Παρίσι. Περίπου 30.000 κάτοικοι του Παρισιού σκοτώθηκαν από την εξαγριωμένη φανταρία, 45.000 περίπου πιάστηκαν και αργότερα πολλοί απ' αυτούς εκτελέστηκαν, χιλιάδες στάλθηκαν στα κάτεργα και στην εξορία. Γενικά το Παρίσι έχασε περίπου 100.000 από τα παιδιά του και ανάμεσα σ' αυτά τους καλύτερους εργάτες απ' όλα τα επαγγέλματα.

H αστική τάξη ικανοποιήθηκε. "Mε το σοσιαλισμό ξοφλήσαμε τώρα για πολύ καιρό!", έλεγε ο αρχηγός της, ο αιμοδιψής νάνος, ο Θιέρσος, ύστερα από το αιματηρό λουτρό που έκανε με τους στρατηγούς του στο παρισινό προλεταριάτο. Tου κάκου όμως έκρωζαν τα αστικά αυτά κοράκια. 'Yστερα από έξι περίπου χρόνια μετά την καταστολή της Kομμούνας, όταν πολλοί μαχητές της έλιωναν ακόμη στα κάτεργα και στις εξορίες, στη Γαλλία άρχιζε κιόλας ένα νέο εργατικό κίνημα. H καινούργια σοσιαλιστική γενιά, πλουτισμένη με την πείρα των προδρόμων της, που δε ήταν όμως καθόλου απογοητευμένη από την ήττα τους, άρπαξε τη σημαία που έπεσε από τα χέρια των μαχητών της Kομμούνας και την έφερε με πεποίθηση και τόλμη μπροστά στα συνθήματα: "Zήτω η κοινωνική επανάσταση! Zήτω η Kομμούνα!".

Kαι ύστερα από άλλα δυο χρόνια το νέο εργατικό κόμμα, με τη ζύμωση που ανάπτυξε στη χώρα, υποχρέωσε τις κυρίαρχες τάξεις να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους κομμουνάρους που βρίσκονταν ακόμη στα χέρια της κυβέρνησης.

Tη μνήμη των μαχητών της Kομμούνας την τιμούν όχι μόνο οι γάλλοι εργάτες, αλλά και το προλεταριάτο όλου του κόσμου. Γιατί η Kομμούνα δεν πάλευε για κάποιο τοπικό, είτε στενά εθνικό σκοπό, αλλά για την απελευθέρωση όλης της εργαζόμενης ανθρωπότητας, όλων των ταπεινών και καταφρονεμένων. H Kομμούνα, σαν πρωτοπόρος μαχητής της κοινωνικής επανάστασης, απόσπασε τη συμπάθεια του προλεταριάτου παντού όπου αυτό υποφέρει και αγωνίζεται. H εικόνα της ζωής και του θανάτου της, η μορφή της εργατικής κυβέρνησης, που πήρε και κράτησε στα χέρια της πάνω από δυο μήνες την πρωτεύουσα του κόσμου, το θέαμα της ηρωικής πάλης του προλεταριάτου και τα μαρτύριά του μετά την ήττα, όλα αυτά ανέβασαν το ηθικό εκατομμυρίων εργατών, αναπτέρωσαν τις ελπίδες τους, και τράβηξαν την συμπάθειά τους προς το μέρος του σοσιαλισμού. H βροντή των κανονιών του Παρισιού αφύπνισε τα πιο καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου, που ήταν βυθισμένα σ' ένα βαθύ ύπνο και έδωσε παντού ώθηση στο δυνάμωμα της επαναστατικής-σοσιαλιστικής προπαγάνδας. Nα γιατί το έργο της Kομμούνας δεν πέθανε, ζει μέχρι σήμερα στον καθένα από μας.

H υπόθεση της Kομμούνας είναι υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης, υπόθεση της ολοκληρωτικής πολιτικής και οικονομικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, είναι υπόθεση του παγκόσμιου προλεταριάτου. Kαι με την έννοια αυτή το έργο της Kομμούνας είναι αθάνατο.

Η νέα κυβέρνηση δεν μπορεί να υπηρετεί δυο αφέντες!

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 25ης Γενάρη αποτέλεσε μια νίκη των εργαζόμενων, των ανέργων και των νέων. Η ισχυρή πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ σε συνδυασμό με το μεγάλο αθροιστικό ποσοστό της Αριστεράς συνολικά, που είχε ως συνέπεια την εκδίωξη της κυβέρνησης Σαμαρά και το σχηματισμό μιας κυβέρνησης με βασικό κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, δικαίως εκλήφθηκε από τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα ως ένα σημαντικό πλήγμα ενάντια στον ταξικό αντίπαλο.

Για να αποκτήσει η νίκη αυτή εναν πραγματικό, "υλικό" χαρακτήρα απαιτείται η άμεση υλοποίηση τουλάχιστον των βασικών προεκλογικών δεσμεύσεών της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Η νέα κυβέρνηση όμως, τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, κινείται ταχύτατα προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση!

Αυτό οφείλεται στην απουσία οποιουδήποτε περθωρίου για μια “αμοιβαίως επωφελή συμφωνία” ανάμεσα στον λαό και τους έλληνες και διεθνείς εκμεταλλευτές του. Μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού που βρίσκεται σε κρίση, δεν υπάρχει για την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία κανένα μέλλον άλλο από αυτό της φτώχειας, της ανεργίας και της ημι-βαρβαρότητας, την στιγμή που το 1% του πληθυσμού θα συνεχίζει να πλουτίζει παρασιτώντας. Αυτό οφείλεται στο ότι ο καπιταλισμός σαν κοινωνικό σύστημα (δηλαδή η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, την στιγμή που αυτές έχουν κοινωνικό χαρακτήρα) δεν μπορεί πια να παίξει κανέναν απολύτως προοδευτικό ρόλο.

Η εκφράση του ιστορικού αδιεξόδου του καπιταλισμού εκφράζεται σήμερα από το γεγονός ότι είναι ασύμβατη η ύπαρξη δημόσιας υγείας, εκπαίδευσης και ασφάλισης με την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους· η καταπολέμηση της ανεργίας, η ύπαρξη αξιοπρεπών μισθών, ανθρώπινου ωραρίου και βασικών εργασιακών δικαιωμάτων με την διατήρηση των κερδών των μεγαλο-επιχειρηματιών εργοδοτών· η επιβίωση των μικρών επιχειρηματιών της πόλης και της υπαίθρου με την κερδοφορία των τοκογλύφων τραπεζιτών· η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής των μεγάλων επιχειρήσεων, της ακρίβειας, της διαφθοράς και η διατήρηση των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων με την ύπαρξη του αυταρχικού και διεφθαρμένου αστικού κράτους κ.ο.κ.



Η νεά κυβέρνηση δεν μπορεί λοιπόν "να υπηρετεί δυο αφέντες". Η προσπάθειά της να το κάνει αυτό, εφαρμόζοντας βασικές φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις όπως αυτές που βρίσκονται στις προεκλογικές δεσμεύσεις της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, με την αποδοχή της ελληνικής και της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής τάξης, έφτασε μέσα σε ένα μόλις μήνα σε πλήρες αδιέξοδο. Ο λόγος είναι πως οι μεταρρυθμίσεις αυτές μπορούν να υλοποιηθούν μόνο ως τμήμα ενός επαναστατικού, σοσιαλιστικού προγράμματος. Ενός πρόγραμματος που θα περιλαμβάνει την διαγραφή του χρέους, την κοινωνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, την θεσμοθέτηση του εργατικού ελέγχου και την δημιουργία ενός εργατικού κράτους. Η υπομονετική υπεράσπιση ενός τέτοιου προγράμματος ως μόνο δρόμο για την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου για την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, είναι ταυτόχρονα ένα κάλεσμα σε επαναστατική δράση προς τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους νέους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα - αλλά και προς τους λαούς της Ευρώπης και του κόσμου - που με τους υπάρχοντες συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα στα δυο βασικά αντίπαλα ταξικά "στρατόπεδα" μπορεί να έχει νικηφόρα κατάληξη πιο εύκολα από ποτέ άλλοτε στην ιστορία!

Η άρχουσα τάξη σε αδιέξοδο - ιστορική ευκαιρία για τους εργαζομένους και την νεολαία!

Η μισητή συγκυβέρνηση Σαμαρά δεν μπόρεσε να πετύχει την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας με αποτέλεσμα να καταρρεύσει. Το γεγονός αυτό αποτελεί συνέπεια της αυξημένης δυσαρέσκειας από την πλειοψηφία της κοινωνίας για την σκληρή πολιτική λιτότητας που εφάρμοσε και της συσσωρευμένης φθοράς που είχε υποστεί από τους διαδοχικούς μαχητικούς αγώνες των εργαζόμενων και της νεολαίας τα τελευταία δυόμισι χρόνια.

Η πτώση της κυβέρνησης αποτέλεσε ηχηρή έκφραση του οικονομικού και πολιτικού αδιεξόδου του ελληνικού καπιταλισμού, που με τη σειρά του δεν είναι παρά η προχωρημένη έκφραση του γενικευμένου αδιεξόδου στο οποίο εισέρχεται ο καπιταλισμός παγκόσμια. 

Οι δανειστές και οι "εταίροι" της ελληνικής άρχουσας τάξης δεν μπορούν να γίνουν επιεικείς στις απαιτήσεις τους βλέποντας την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία να κινείται απειλητικά προς την άβυσσο, η ίδια η ελληνική άρχουσα τάξη αδυνατεί να κάνει οποιαδήποτε υποχώρηση από την διαρκή επίθεση που έχει εξαπολύσει ενάντια στο βιοτικό επίπεδο της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας μέσα σε συνθήκες κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας και την ίδια στιγμή, βλέπει όλα τις τα κόμματα και τις πολιτικές ηγεσίες να βυθίζονται διαδοχικά στην ανυποληψία και να γίνονται στόχος της οργής των εργαζομένων και των νέων.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ανοίγεται αντικειμενικά ένα μεγάλο πεδίο στον αγώνα της νεολαίας και των εργαζομένων για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την ανατροπή του καπιταλισμού. Στο άμεσα επόμενο διάστημα, μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Πρέπει όμως να είναι μια κυβέρνηση επαναστατική, που θα υιοθετήσει ένα πρόγραμμα ανατροπής του καπιταλισμού και μετάβασης στον σοσιαλισμό και θα κινητοποιήσει τις μάζες των ριζοσπαστικοποιημένων εργαζομένων και νέων για την εφαρμογή του. Σε διαφορετική περίπτωση, προσπαθώντας να διαχειριστεί "φιλολαϊκά" την κρίση του καπιταλισμού, η μοίρα της θα είναι να γίνει φορέας της κρίσης αυτής και να μείνει στην ιστορία ως μια βραχύβια αριστερή "παρένθεση"!

Παραθέτουμε κλείνοντας, το κύριο μέρος της απόλυτα επίκαιρης διακήρυξης της Καμπάνιας μας για τους φοιτητές:

"Χρειαζόμαστε:
• Άμεσο διπλασιασμό των κρατικών δαπανών για την Παιδεία. Καμία ιδιωτική χρηματοδότηση. Κάλυψη των υλικοτεχνικών αναγκών κάθε ιδρύματος.
• Παιδεία αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν, κατάργηση κάθε ιδιωτικής εκπαίδευσης, που διαχωρίζει τους νέους σε πλούσιους και φτωχούς. Δωρεάν σίτιση-στέγαση- μεταφορές για όλους τους φοιτητές Ανέγερση νέων εστιών που να καλύπτουν τις ανάγκες, με κρατική χρηματοδότηση.
• Ελεύθερα και δωρεάν μεταπτυχιακά.
• Ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια.
• Ενιαίος κρατικός φορέας σχεδιασμού της Παιδείας κάτω από φοιτητικό και εργατικό έλεγχο.
• Ένα πτυχίο - μία θέση εργασίας. Εξασφαλισμένη θέση εργασίας με πλήρη δικαιώματα και ανθρώπινες αμοιβές για όλους τους απόφοιτους σχολείων και σχολών. Κινητή κλίμακα ωρών εργασίας, μείωση των ωρών εργασίας για να βρουν όλοι δουλειά. Μείωση των ορίων συνταξιοδότησης στα 58 έτη για τους άντρες, στα 55 για τις γυναίκες και τα «Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα».
 
Αυτές οι ζωτικές διεκδικήσεις δεν μπορούν να ικανοποιηθούν χωρίς την ανατροπή του καπιταλισμού. Για να πραγματοποιηθεί αυτός ο σκοπός απαιτείται η συνειδητή και οργανωμένη πάλη των φοιτητών, των μαθητών, των νέων εργαζόμενων και ανέργων για μία λύση εξουσίας για την εργαζόμενη πλειοψηφία. Χρειάζεται οργανωμένος αγώνας με στόχο να εθνικοποιηθούν όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι τράπεζες και να λειτουργήσουν υπό τον έλεγχο και την διαχείρηση των εργαζομένων, ώστε να σχεδιαστεί δημοκρατικά η οικονομία με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τα κέρδη των καπιταλιστών!"